Dysphasia Review – avantgarde.com.cy

Πέμπτη βράδυ. Κουφόβραση, θέρος παρανοημένο κι ο ύπνος δεν κολλάει. Και να σου, πέφτει στα χέρια μου ένας δίσκος που βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για τον δίσκο της χρονιάς. «Dysphasia» ladies and gents από τον Κωνσταντίνο Λεμέσιο.

Η «Δυσφασία» ξεκινά με το «Little boy» που μόνο μικρό δεν αποδεικνύεται. Evil εισαγωγή, μ’ ένα riff statement δυναμικής και επιβλητικότητας. Τα ενδιαφέροντα σκαμπανεβάσματα κρατούν τον ακροατή καρφωμένο μέχρι το τέλος. Διάχυτες βεβαίως οι επιρροές από Muse χωρίς φυσικά αυτό να ξενίζει κανέναν. 

Το δεύτερο κομμάτι του δίσκου ξεκινά ακροβατώντας μεταξύ trip-hop και neo-folk. Η εξαίρετη αρμονία ωρύεται μέσα στο κομμάτι με αποκορύφωμα τις ακούραστες κι ολότελα φυσικές βουτιές στις μινόρε καταλήξεις του ερμηνευτή. Οι συνθετικές prog αρετές του Λεμέσιου, αποδεικνύονται άρτιες και μεστές παρασέρνοντας τον ακροατή σ’ ένα ασύδοτο φλερτ μεταξύ ζενίθ και ναδίρ.

Ακολουθεί η τέλεια εικόνα, «Picture Perfect», με την ευχάριστα νωχελική εισαγωγή του να θυμίζει ασυναίσθητα  τους παλιούς καλούς Archive. Τα φωνητικά του ερμηνευτή συνοδεύουν ιδανικά τον μικρό χαμό που στήνεται στο περιθώριο του κομματιού. Αξιοσημείωτη βεβαίως η εκ νέου αλλαγή σκηνικού με την ακουστική κιθάρα να έρχεται να ρίξει τους τόνους πριν από την έκρηξη που ακολουθεί. 

Το  ορχηστρικό «The Eights» ξεκινά με τον – κατά τα φαινόμενα – χαρακτηριστικό τρόπο παραγωγής του Λεμέσιου. Με ένα παρατεταμένο παραισθησιογόνο ambient να γεμίζει τον χώρο και τον διάχυτο πλέον progressive τρόπο εξέλιξης του κομματιού να αγκαλιάζει κουπλέ και ρεφραίν μαζί. 

Προσωπικό αγαπημένο από τον ομολογουμένως ενδιαφέρον ετούτο δίσκο, το πέμπτο κομμάτι ακούει στο όνομα «Stepping Down». Trip-hop breakdowns έχει, μια άκρως συναισθηματική και ειλικρινή ερμηνεία από πλευράς του ερμηνευτή έχει, όπως έχει φυσικά και το απίστευτο hook του κομματιού που ντουπλάρει τα φωνητικά σχεδόν όσο ολοκληρωτικά συμπληρώνει το Gin το Tonic. Αναμένω είδη να βιώσω την εμπειρία του κομματιού αυτού ζωντανά στις 25 του μήνα στο Ravens στη Λεμεσό. 

Ο ακούραστα πολυτάλαντος Λεμέσιος ξεκινά το τελευταίο κομμάτι του δίσκου με την άρτια beat-box τεχνική του. Η αγάπη για της πρώιμες δουλειές των Radiohead αποτυπώνεται στην ενορχήστρωση του κομματιού στο κομμάτι και η σχεδόν σχιζοφρενικά γλυκιά ερμηνεία του καλλιτέχνη γυροφέρνει τον αξεπέραστο Jeff Buckley. Ιδανικό φινάλε σ’ έναν μικρής διάρκειας μεγάλο δίσκο.

Το «Dysphasia» αποπνέει επαγγελματισμό, υψηλού επιπέδου συνθετική απόδοση και έναν τύπο που ξέρει να τραγουδά. Να τραγουδά όπως πρέπει, χωρίς άτεχνες χιπστεριές και μαϊμουδιές. Μοναδικό σημείο που προσωπικά με ξένισε, αποτελεί το επιτηδευμένα αποκρυσταλλωμένο «λουστράρισμα» του δίσκου το οποίο μεν «καθάρισε» αρκετά έναν δίσκο κάνοντας τον politically correct αλλά ταυτόχρονα μας στέρευσε την δυνατότητα να γνωρίσουμε μια πιο ακατέργαστη και ενδεχομένως πιο ψυχεδελική πλευρά του καλλιτέχνη. 

Σ’ έναν δικαιότερο κόσμο ο δίσκος αυτός θα πάρει καθολική αποδοχή και ο δημιουργός του θα ανέβει ψηλά, πολύ ψηλά στα μάτια της πλατιάς μάζας. Κάθε άκουσμα του όμως σε κερδίζει. It grows on you που λένε και οι Άγγλοι. Το εύχομαι όμως ολόψυχα μιας και δίσκοι του βεληνεκούς ετούτου αγαπητέ αναγνώστη δεν βγαίνουν κάθε μέρα στη νήσο μας. Προμηθευτείτε τον. 

Πέμπτη βράδυ. Κουφόβραση, θέρος παρανοημένο κι ο ύπνος δεν κολλάει. Και να σου, πέφτει στα χέρια μου ένας δίσκος που βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για τον δίσκο της χρονιάς. «Dysphasia» ladies and gents από τον Κωνσταντίνο Λεμέσιο.

 

Η «Δυσφασία» ξεκινά με το «Little boy» που μόνο μικρό δεν αποδεικνύεται. Evil εισαγωγή, μ’ ένα riff statement δυναμικής και επιβλητικότητας. Τα ενδιαφέροντα σκαμπανεβάσματα κρατούν τον ακροατή καρφωμένο μέχρι το τέλος. Διάχυτες βεβαίως οι επιρροές από Muse χωρίς φυσικά αυτό να ξενίζει κανέναν. 

 

Το δεύτερο κομμάτι του δίσκου ξεκινά ακροβατώντας μεταξύ trip-hop και neo-folk. Η εξαίρετη αρμονία ωρύεται μέσα στο κομμάτι με αποκορύφωμα τις ακούραστες κι ολότελα φυσικές βουτιές στις μινόρε καταλήξεις του ερμηνευτή. Οι συνθετικές prog αρετές του Λεμέσιου, αποδεικνύονται άρτιες και μεστές παρασέρνοντας τον ακροατή σ’ ένα ασύδοτο φλερτ μεταξύ ζενίθ και ναδίρ.

 

Ακολουθεί η τέλεια εικόνα, «Picture Perfect», με την ευχάριστα νωχελική εισαγωγή του να θυμίζει ασυναίσθητα  τους παλιούς καλούς Archive. Τα φωνητικά του ερμηνευτή συνοδεύουν ιδανικά τον μικρό χαμό που στήνεται στο περιθώριο του κομματιού. Αξιοσημείωτη βεβαίως η εκ νέου αλλαγή σκηνικού με την ακουστική κιθάρα να έρχεται να ρίξει τους τόνους πριν από την έκρηξη που ακολουθεί. 

 

Το  ορχηστρικό «The Eights» ξεκινά με τον – κατά τα φαινόμενα – χαρακτηριστικό τρόπο παραγωγής του Λεμέσιου. Με ένα παρατεταμένο παραισθησιογόνο ambient να γεμίζει τον χώρο και τον διάχυτο πλέον progressive τρόπο εξέλιξης του κομματιού να αγκαλιάζει κουπλέ και ρεφραίν μαζί. 

 

Προσωπικό αγαπημένο από τον ομολογουμένως ενδιαφέρον ετούτο δίσκο, το πέμπτο κομμάτι ακούει στο όνομα «Stepping Down». Trip-hop breakdowns έχει, μια άκρως συναισθηματική και ειλικρινή ερμηνεία από πλευράς του ερμηνευτή έχει, όπως έχει φυσικά και το απίστευτο hook του κομματιού που ντουπλάρει τα φωνητικά σχεδόν όσο ολοκληρωτικά συμπληρώνει το Gin το Tonic. Αναμένω είδη να βιώσω την εμπειρία του κομματιού αυτού ζωντανά στις 25 του μήνα στο Ravens στη Λεμεσό. 

 

Ο ακούραστα πολυτάλαντος Λεμέσιος ξεκινά το τελευταίο κομμάτι του δίσκου με την άρτια beat-box τεχνική του. Η αγάπη για της πρώιμες δουλειές των Radiohead αποτυπώνεται στην ενορχήστρωση του κομματιού στο κομμάτι και η σχεδόν σχιζοφρενικά γλυκιά ερμηνεία του καλλιτέχνη γυροφέρνει τον αξεπέραστο Jeff Buckley. Ιδανικό φινάλε σ’ έναν μικρής διάρκειας μεγάλο δίσκο.

 

Το «Dysphasia» αποπνέει επαγγελματισμό, υψηλού επιπέδου συνθετική απόδοση και έναν τύπο που ξέρει να τραγουδά. Να τραγουδά όπως πρέπει, χωρίς άτεχνες χιπστεριές και μαϊμουδιές. Μοναδικό σημείο που προσωπικά με ξένισε, αποτελεί το επιτηδευμένα αποκρυσταλλωμένο «λουστράρισμα» του δίσκου το οποίο μεν «καθάρισε» αρκετά έναν δίσκο κάνοντας τον politically correct αλλά ταυτόχρονα μας στέρευσε την δυνατότητα να γνωρίσουμε μια πιο ακατέργαστη και ενδεχομένως πιο ψυχεδελική πλευρά του καλλιτέχνη. 

 

Σ’ έναν δικαιότερο κόσμο ο δίσκος αυτός θα πάρει καθολική αποδοχή και ο δημιουργός του θα ανέβει ψηλά, πολύ ψηλά στα μάτια της πλατιάς μάζας. Κάθε άκουσμα του όμως σε κερδίζει. It grows on you που λένε και οι Άγγλοι. Το εύχομαι όμως ολόψυχα μιας και δίσκοι του βεληνεκούς ετούτου αγαπητέ αναγνώστη δεν βγαίνουν κάθε μέρα στη νήσο μας. Προμηθευτείτε τον.